Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Ναυάγιο

Τρέμεις πάνω στο σώμα μου 
σαν κουρασμένο παραμύθι 
κι εγώ σε αποκαλώ «αγάπη μου» 
τώρα που η θάλασσα από παντού με αγκαλιάζει.

                                                    photo: Christos Kartas

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Εφιάλτης

Έσκισες τη φωνή της Αλεξίου. Και άρχισες να ψάχνεις στο αυτοσχέδιο σώμα μου. Εδώ και τέσσερα φιλιά ήμουν νεκρός. Πίσω σερνόταν η σημαία της γης σαν αποτυχημένο μυθιστόρημα. Εσύ ξεχνούσες τα ονόματα των εποχών. Πάνω στα γυμνά σου πέλματα καιγόταν το ταξίδι. Όλο επέστρεφες να κόψεις τα καλώδια του μετά. Με χέρια που μυρίζαν έλατο. Σε λίγο θα σκοτείνιαζε και άνοιξα το παράθυρο που έβλεπε στη θάλασσα. Την άφησα να μπει μέσα στο σπίτι. Ένα «its a song to say goodbye» τυραννούσε την ξύλινη σκάλα. Πιάσε το χέρι μου. Πεθαίνω κάτω απ’ τα μαλλιά σου. Σε έγδυσα και σε φίλησα παντού. Γεννήσαμε αναστεναγμούς εκεί που το νερό τελειώνει. Ήρθε ξανά η μουσική να συμπληρώσει το κενό. Το φύλο σου «μια πίστα από φώσφορο». Τα γόνατα φεγγάρια που ματώνουν. Είσαι το πιο γλυκό μου όνειρο. Σου είπα. Είμαι μια γυναίκα που έγινε νησί. Απάντησες. Τώρα αφήνω κάθε νύχτα το παράθυρο ανοιχτό. Κάποια στιγμή ίσως διψάσω πάλι για σκοτάδι.    

                                                      photo: Zoe Argiri

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Έκλειψη

Σε άκουσα πάλι να παραμιλάς. Σκεπασμένη με το λευκό πανί της απουσίας. Το κρεβάτι ήταν από θάλασσα. Οι άνθρωποι από άμμο. Μ’ εκείνο το Βήτα στην αρχή του ονόματός σου έκανες πιο βιώσιμο το αλλιώς. Κόκκινος ήλιος τρόμαζε τ’ αστέρια. Καθώς ήταν αράχνη που ανέβαινε στον ιστό του ουρανού. Από το στόμα σου βγαίναν υδρατμοί. «Δεν θα συγκρίνω φως με το σκοτάδι». Είπα ψιθυριστά και έφτιαξα μια χάρτινη βαρκούλα. Την άφησα τρυφερά πάνω στον αφαλό σου. Τότε το σώμα σου μεταμορφώθηκε σε κατάρτι. Το λευκό πανί της απουσίας πέταξε και κρεμάστηκε στην πλώρη της ανατολής. Ύστερα είδα πως δεν ήταν πανί. Μα ο ομφάλιος λώρος ενός κόσμου που αντιστέκεται στο θάνατο. Πήρα τα νεκρά χρυσόψαρα απ’ τις θηλές σου και τα κόλλησα στα μάτια μου. Δεν έχει νόημα η όραση όταν η μουσική γίνεται τιμωρία.

                                                       photo: Emanuela Cau

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Μονόπρακτο Αυταπάρνησης

Μύλοι «Αλλατίνη»

Έλα να περπατήσουμε ξυπόλητοι πάνω στα σόλο του Chick Corea. Απόψε η μουσική βαριανασαίνει. Έχω μεταφέρει το παλιό μου πιάνο στην αυλή του εγκαταλειμμένου εργοστασίου. Εκεί που ο χρόνος ήτανε από χαρτί. Και τον πληγώσαμε με τ’ αναμμένα μας τσιγάρα. Η υπερωρία της σκουριάς. Δεν τόλμησε να αγγίξει τις χορδές. Πάνω στα πλήκτρα του κοιμούνται ταραγμένα. Τα αποτυπώματα που αφήσαμε στις ατραπούς των μισοτελειωμένων χορογραφιών. Τα παράθυρα μοιάζουν με ακτινογραφίες. Πίσω τους αναβοσβήνουν αποθανόντες εαυτοί. Σαν φάροι ασθενοφόρου.

Έλα ν’ ανέβουμε ξανά στην οροφή του κεντρικού κτιρίου. Να είσαι όπως τότε βγαλμένη απ’ το πορτραίτο του χειμώνα. Βάλε το πράσινο παλτό και βάψε τα μαλλιά μελαχρινά. Μπέρδεψε τα δικά μου με απρόσεχτα δάχτυλα. Ξεδίπλωσε πάνω μου ό,τι περίσσεψε απ’ τη φωνή σου. Σαν κουίντα. Από αμετάκλητο χιόνι. Άφησε την πνοή μου να προσβάλει τη δυσκολία σου στα δάκρυα.

Έλα να επιστρέψουμε με σώματα από βροχή. Εκεί που «ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια1». Τότε θα γίνω πρωταγωνιστής σ’ ένα μονόπρακτο αυταπάρνησης. Καθώς ο θάνατός μου ξημερώνει απ’ την πληγή που ‘χεις ανάμεσα στα πόδια. 
 
1: τίτλος βιβλίου του Σταύρου Σταυρόπουλου, εκδόσεις Απόπειρα 2010

                                                  photo: Ino Korompoki

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Αυτό Το Μέρος Δεν Είναι Για 'Μένα

Είμαι κρεμασμένος απ' τον μεγάλο πολυέλαιο του σαλονιού 
κάποιος ακούει το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ 
η μουσική περνάει από μέσα μου 
λιώνει τρυφερά τα κύτταρα κι ύστερα γκρεμίζεται απ' το φωταγωγό.

Μια καλησπέρα ακούγεται από ένα στόμα αδιάφορο 
τα μάτια μου μισάνοιχτα καταπίνουν το ημίφως 
χαμογελάνε λίγο 
έπειτα παίρνουν την ανέκφραστη μορφή του τέλους.
                                                                     
Είμαι κρεμασμένος απ' τον μεγάλο πολυέλαιο του σαλονιού 
και η αγάπη είναι ένα αστέρι που πέφτει 
σε μια αλησμόνητη πατρίδα και την καίει.

                                          photo: Christos Kartas

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Ηρωική Έξοδος;

Ημέρα 1η

Αλλοπαρμένα ξωτικά γελούσανε στις παρυφές της νύχτας. Εγώ και οι άλλοι που δεν ήμουν παίζαμε σκοτεινό δωμάτιο. Ηλεκτροφόρες αγκαλιές με κλείνανε από παντού. Κρύφτηκα κυνηγώντας το σφυγμό πάνω σε φλέβες αδειανές. Ο χρόνος εκτός σε λίγο θα γινόταν μέλλον.

Ημέρα 2η

Από τα χείλη μου έσταζε καμένο γάλα. Το φίδι που σερνόταν κάτω απ’ το χαλί είχε ραγίσει. Κλώτσησα το φωτιστικό δαπέδου και το έριξα. Η λάμπα έγινε κομμάτια. Το βολφράμιο έμεινε πυρακτωμένο. Σαν σήμα κινδύνου για τον κόσμο που βουλιάζει. Μια μπαλαρίνα χόρευε πάνω από τα κύματα. Με μάτια ακυβέρνητα. Και πέλματα από νερό. Έπιασα την ηλεκτρική κιθάρα. Προσπάθησα να συγχρονίσω τις νότες με τα βήματά της. Και έγινα σκιά που η μέρα την τρομάζει.

Ημέρα 3η

Ξήλωσα την τελευταία σελίδα από τα παιδικά μου παραμύθια. Ζωγράφισα στον τοίχο ερωδιούς. Πήδηξα πάνω στον πιο γρήγορο. Και έφυγα.

Ημέρα 4η

Αυτοεξορίστηκα εκεί που τρύπωσα κρυφά σ’ ένα απ’ τα δειλινά της μπαλαρίνας. Οι μέρες χαρίζανε τις ώρες τους στις νύχτες. Μα αυτή μου έλεγε πως περιμένει την Πρωτομαγιά. Με μία κίνηση απρόβλεπτη, έριξε τα πιόνια απ’ τη σκακιέρα της ζωής μου. Τα νύχια της αναστάτωσαν το αξύριστό μου πρόσωπο. Η λησμονιά φυλλορροούσε στο άκουσμα των στεναγμών μας. Και τα βρεγμένα αγγίγματα ήταν η πιο γλυκιά πατρίδα.

Μας πήρε ο ύπνος αγκαλιά. Ονειρευτήκαμε ότι πετάμε πάνω απ’ τη φωτισμένη πόλη. Άφησε το χέρι μου πριν μάθουμε τι να ‘ναι αυτό που μας ποτίζει τα φτερά. Συνέχισε να χορεύει μόνη πάνω από τα κύματα. Σαν την ανατολή που όλο μας αφήνει. Σαν ένα άρωμα από στίχους που μου καίνε το χαρτί. Τα πιόνια προχωρήσανε ξανά προς τη σκακιέρα. Το βήμα τους έκανε ό,τι απέμεινε από το σκηνικό του κόσμου να ζαρώνει.

Ημέρα 5η

Πόνταρα αυτά που κέρδισα ξανά στη φαντασία. Νανούρισα τη λογική υμνώντας με ξεκούρδιστη φωνή τα περασμένα. «Γιατί ό,τι βρέθηκε είναι τέρμα κι ό,τι χάθηκε είναι πληγή» που τραγουδούσε και ο Θάνος βγάζοντας όλο το σκοτάδι που θα μπορούσε ένα σώμα να χωρέσει. Ξάπλωσα πλάι στα όνειρα που έχασαν το δρόμο τους. Κι έμεινα εκεί ν’ αναρωτιέμαι:

Ποιό πάθος θα με ταξιδεύει αύριο;

                                          photo: Christos Kartas
   

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Κρυμμένο Δώρο

Τα χρόνια σέρνονται δίπλα σε ανθρώπους 
που ξεχάσαν τ' όνομά τους 
περπατώντας στις μύτες των ποδιών 
ψάχνω για ένα παιδικό ημερολόγιο 
ή ακόμα καλύτερα 
για ένα άλμπουμ με φωτογραφίες

αναπολώ φωνές που τις αλλοίωσε η φυγή τους 
έρωτες που από μόνοι τους ριχτήκαν στα σκυλιά 
και έμεινε το κλάμα τους 
να με καλεί σε τόπους που μισώ

ανοίγω τότε το γράμμα μίας φίλης από Τρίκαλα 
μου γράφει για εκείνο το δώρο 
που 'ναι κρυμμένο μες στο σπίτι 
και αν το βρω θα 'χω στη διάθεση μου 
ένα πλοίο με ολόλευκα πανιά

καθώς εισβάλει στο δωμάτιο 
ο ήλιος απ' τις γρίλιες 
νιώθω πως πάνω μου ανατέλλει μια αγκαλιά

καλημερίζω το φως 
και ξύπνιος ονειρεύομαι!

                                          photo: Zoe Argiri