Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Λονδίνο

Μια μέρα θα ξαναβρεθώ σ' αυτή την πόλη 
θα έχω ντύσει τα φιλιά με παγερή αναλγησία 
δεν θα χορεύεις στη γραφή μου 
σαν μια αμαδρυάδα που ξεστράτισε 
ούτε θα εξαντλώ τον οίστρο μου 
σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Μια μέρα θα ξαναβρεθώ σ' αυτή την πόλη 
θα είμαι ένα σκιάχτρο που το κάψανε 
η φήμη μου θα μαστιγώνει ό,τι δικό σου κράτησα 
σαν σκουριασμένη αλυσίδα 
το φεγγαράκι πελιδνό θα μου κρατάει συντροφιά 
καθώς μες στο ποτήρι θα στερεύει το κρασί.

Μια μέρα θα ξαναβρεθώ σ' αυτή την πόλη 
και ο καιρός θα 'ναι μονίμως βροχερός 
μόνιμα να ξεπλένει από πάνω μου 
το σάλιο των επιλογών που μας ερείπωσαν.

                                          photo: Christos Kartas
                                                                                                                                                                                                                   

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Η Αγάπη Θα Γυρίσει Να Μας Πάρει

Φιλί 1ο

Εν μέρει κρυφά, εν μέρει φανερά, τέσσερα μάτια είχαν μεθύσει απ’ το ταξίδι, έτσι όπως ήταν βυθισμένα στο παράθυρο του λεωφορείου. Όσοι είχαν μείνει πίσω καταδικάστηκαν από του θέλω τη δικαιοσύνη. Στις όχθες του αυτοκινητόδρομου παντού υπήρχαν λεύκες. Ο ήλιος διαλυόταν πάνω τους και έκανε τα φύλλα τους να μοιάζουν με ψηφιδωτό που αιμορραγεί από υπέρμετρη αυταπάρνηση. Ο άνθρωπος που όταν γελούσε ήταν άσχημος κρατούσε στις παλάμες του δυο γυναικεία χέρια. Τα έπιανε προσεκτικά, σαν ανθοδέσμη που θα του έσκαβε τις γυαλισμένες επιφάνειες. Των ασπασμών οι υλακές ξεφεύγαν πανηγυρικά απ’ ό,τι είχαν επιβάλλει για περίγραμμα.

Φιλί 2ο

Και τότε επανήλθε μέσα στον ήχο σπαραξικάρδιας προσμονής. Ήτανε σαν ελάφι που έτρεχε. Και με ακανόνιστο εγώ πότιζε γόητρο τον κόσμο. Ο άνθρωπος που όταν γελούσε ήταν άσχημος ένιωσε μια πρωτόγνωρη συγκίνηση. Έτσι όπως ήτανε τα γυναικεία χέρια σκεπασμένα απ’ τις παλάμες του, κατάλαβε πως ήτανε αιχμάλωτος σ’ αυτή την θελξικάρδια αγκαλιά πολύ προτού γευτεί την άνθησή της. Κι ήθελε να σκοτώσει κάθε δάκρυ που είχε πέσει από τα μάτια της. Αρχίσαν τότε να διπλώνονται σε στάση εμβρυακή. Το σώμα του. Το σώμα της. Το λεωφορείο. Το ταξίδι. Και οι λεύκες. Έγιναν όλα θάλασσα που την αυλάκωναν τα κύματα. Όπως τα τύλιγε το εξώφυλλο της γης. Σε μία στίλβη χαοτική από (αν)άπειρα χρονόμετρα.

                                          photo: Zoe Argiri

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Βλέμμα Με Σημασία Άνοιξης

Στη Ζωή Αργύρη πριν, τώρα και πάντα

Διέρρηξαν τη γλώσσα μου και δεν μπορώ να πω. Το περιεχόμενο κυλάει στις στροφές. Εκεί που αναπαράγεται η μεθυσμένη πολιτεία. Κάτω απ’ το γραφείο κοιμούνται οι σημασίες. Και φαίνεται πως πάλι είμαι ο μόνος. Με μια σχεδόν ανάμνηση στην πλάτη. Λίγο πιο κάτω μια γυναίκα ζωγραφίζει σιωπηλά πάνω στους τοίχους. Την αγάπη. Την ελπίδα. Τη ζωή. Βλέπω τα χέρια της να στασιάζουν. Σε αυτό που επιμένει να χωρίσει τα χέρια των ανθρώπων απ’ τα ινία της περιέργειας. Πίσω της κρύβεται η σχεδόν ανάμνησή μου. Σαν ελάφι. Που κάτι ανάμεσα σε πάγο και καπνό βγαίνει από τα μάτια του. Η γυναίκα που ζωγραφίζει σιωπηλά πάνω στους τοίχους. Την αγάπη. Την Ελπίδα. Τη ζωή. Είναι περιστοιχισμένη από παιδιά. Ένα παιδί απλώνει το χεράκι του και την αγγίζει. Την ακούω να λέει πως «ό,τι αξίζει στον άνθρωπο είναι να έχει να πει μια ιστορία συνταρακτική1». Ένα υπόλοιπο από τώρα σφραγίζει τις πληγές του μισοδαγκωμένου πριν. Οι σημασίες κάτω από το γραφείο έχουνε πια ξυπνήσει. Ο ήλιος μπαίνει στα δωμάτια των παιδιών. Βλέμμα με σημασία άνοιξης. Υπάρχει ένα κρυμμένο δώρο. Που αν το βρουν θα ’χουν στη διάθεσή τους ένα πλοίο με ολόλευκα πανιά. Τα μέλη τους κλυδωνίζονται απ’ την ανατολή μιας αγκαλιάς. Κρατούν μια κόκκινη τουλίπα. Και ξύπνια ονειρεύονται.
            
1: Γιώργος Χειμωνάς, Ο Γιατρός Ινεότης, εκδόσεις Κέδρος 1977

                                                              photo: Christos Kartas

Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Και Η Θάλασσα Από Παντού Μας Αγκαλιάζει

Ημέρα 1η

Εκείνη τη στιγμή η θάλασσα έγινε καταδίκη. Έσπασε μ’ έναν θόρυβο φριχτό σε ασαφείς χρονολογίες. Από μέσα της αναδύονταν οι παρυφές της νύχτας. Ήτανε σαν αλλοπαρμένα ξωτικά και τραγουδούσαν για το λίγο των ανθρώπων. Οι άνθρωποι συνεχώς λιγόστευαν. Όπως η διάμετρος της κόρης των ματιών καθώς εκτίθεται σε φως. Εγώ και οι άλλοι που δεν ήμουν παίζαμε σκοτεινό δωμάτιο. Ηλεκτροφόρες αγκαλιές με κλείνανε από παντού. Όταν ο χρόνος εκτός μετεμψυχώθηκε σε μέλλον. Κρύφτηκα κυνηγώντας το σφυγμό πάνω σε φλέβες αδειανές.

Ημέρα 2η

Μια μπαλαρίνα χόρευε πάνω από τα κύματα. Με μάτια ακυβέρνητα. Και πέλματα από νερό. Από τα χείλη της έσταζε καμένο γάλα. Στο υπογάστριο, πιο άρρωστη από ποτέ, είχε ξυπνήσει η κόκκινη πεταλούδα. Σήμα κινδύνου για τον κόσμο που βουλιάζει. Η μπαλαρίνα είχε δύο ονόματα. Ένα για τη θάλασσα. Και ένα για τον κόσμο που βουλιάζει. Τα ονόματα εναλλάσσονταν διαρκώς στη χάση και στη φέξη του γιατί. Το άνοιγμα των φτερών της πεταλούδας συνέθλιψε το χρώμα των ανθρώπων. Που συνεχώς λιγόστευαν. Και έγιναν σκιές. Που η μέρα εξουθενώνει.

Ημέρα 3η

Στον έξω τοίχο της ζωής. Κρέμασα τα εξώφυλλα από τα παιδικά μου παραμύθια. Έγινε η ζωή ερωδιός. Και πέταξε πάνω από σκουριασμένες νεκροψίες.

Ημέρα 4η

Αυτοεξορίστηκα εκεί που τα υγρά αγγίγματα ήταν η πιο γλυκιά πατρίδα. Ναυάγιο υπερφυσικό. Στα εντόσθια της πεταλούδας. Η μπαλαρίνα χυνόταν πάνω στους ανθρώπους. Που δεν μπορούσαν πια να λιγοστέψουν περισσότερο. Τους έπλενε καταρράκτης αδιανόητος γαλήνης και μαζί οργής. Σήκωσα μία μία τις αιτίες τους. Και τις έκρυψα στα χέρια της. Εκείνη άρχισε με ξεκούρδιστη φωνή να ψιθυρίζει ένα τραγούδι. Σαν χορικό από αρχαία τραγωδία.

Ημέρα 5η

Ο κόσμος τρέμει μες στη μήτρα της. Σαν κουρασμένο παραμύθι. Και την αποκαλεί «αγάπη μου» τώρα που η θάλασσα από παντού μας αγκαλιάζει.

                                          photo: Zoe Argiri
           

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Αυγουστιάτικη Μελαγχολία

Τα χελιδόνια φεύγουνε για το μεγάλο τους ταξίδι. Οδυνηρά ανελέητη μια δίψα. Με κάνει να ξερνάω στάχτη. Η λάμπα του γραφείου ζωγραφίζει στο γυμνό, άσχημο σώμα μου τις στάσεις που απομένουν μέχρι την ηλικία της φθοράς. Χτυπιέται για να βάλει φρένο στο κενό. Μα η αγρύπνια είναι απαρηγόρητη. Ποιός είπε ότι γράφω ποίηση; Εγώ απλά συνομιλώ με μουσικούς που τους μαχαίρωσε ο λόγος. Ξόδεψα την εφηβεία μου μέσα στο δρόμο που ζωγράφιζε το σεληνόφως στο νερό. Και δεν μπορώ να πάω μακριά. Η αγκαλιά μου είναι παρελθόν. Το παρελθόν ακίνητο. Σαν την πλατεία Ιπποδρομίου το τελευταίο χάραμα του Αυγούστου. Μια πεταμένη κιθάρα μετρά ερωτευμένα βήματα. Η γυναίκα που στεκόταν στην πλώρη της ανατολής. Την παίρνει και ξηλώνει τις χορδές. Οι χορδές γίνονται θηλυκές. Τυλίγονται αργά γύρω απ’ το σώμα της. Σαν αποτρόπαια χέλια. Τώρα το στόμα μου θυμίζει λυπημένο ερωδιό. «Των θεατρίνων τα άδεια κονσερβοκούτια1» έχουνε πάλι καταπιεί ό,τι απέμεινε στα ράφια μου.   

1: η φράση σε εισαγωγικά είναι της Ζωής Αργύρη

                                                         photo: Zoe Argiri

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Εφιάλτης

Έσκισες τη φωνή της Αλεξίου. Και άρχισες να ψάχνεις στο αυτοσχέδιο σώμα μου. Εδώ και τέσσερα φιλιά ήμουν νεκρός. Πίσω σερνόταν η σημαία της γης σαν αποτυχημένο μυθιστόρημα. Εσύ ξεχνούσες τα ονόματα των εποχών. Πάνω στα γυμνά σου πέλματα καιγόταν το ταξίδι. Όλο επέστρεφες να κόψεις τα καλώδια του μετά. Με χέρια που μυρίζαν έλατο. Σε λίγο θα σκοτείνιαζε και άνοιξα το παράθυρο που έβλεπε στη θάλασσα. Την άφησα να μπει μέσα στο σπίτι. Ένα «its a song to say goodbye» τυραννούσε την ξύλινη σκάλα. Σε έγδυσα και σε φίλησα παντού. Γεννήσαμε αναστεναγμούς εκεί που το νερό τελειώνει. Ήρθε ξανά η μουσική να συμπληρώσει το κενό. Το φύλο σου «μια πίστα από φώσφορο». Τα γόνατα φεγγάρια που ματώνουν. Είσαι το πιο γλυκό μου όνειρο. Σου είπα. Είμαι μια γυναίκα που έγινε νησί. Απάντησες. Τώρα αφήνω κάθε νύχτα το παράθυρο ανοιχτό. Κάποια στιγμή ίσως διψάσω πάλι για σκοτάδι.    

                                                      photo: Zoe Argiri

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Έκλειψη

Σε άκουσα πάλι να παραμιλάς. Σκεπασμένη με το λευκό πανί της απουσίας. Το κρεβάτι ήταν από θάλασσα. Οι άνθρωποι από άμμο. Μ’ εκείνο το Βήτα στην αρχή του ονόματός σου έκανες πιο βιώσιμο το αλλιώς. Κόκκινος ήλιος τρόμαζε τ’ αστέρια. Καθώς ήταν αράχνη που ανέβαινε στον ιστό του ουρανού. Από το στόμα σου βγαίναν υδρατμοί. «Δεν θα συγκρίνω φως με το σκοτάδι». Είπα ψιθυριστά και έφτιαξα μια χάρτινη βαρκούλα. Την άφησα τρυφερά πάνω στον αφαλό σου. Τότε το σώμα σου μεταμορφώθηκε σε κατάρτι. Το λευκό πανί της απουσίας πέταξε και κρεμάστηκε στην πλώρη της ανατολής. Ύστερα είδα πως δεν ήταν πανί. Μα ο ομφάλιος λώρος ενός κόσμου που αντιστέκεται στο θάνατο. Πήρα τα νεκρά χρυσόψαρα απ’ τις θηλές σου και τα κόλλησα στα μάτια μου. Δεν έχει νόημα η όραση όταν η μουσική γίνεται τιμωρία.

                                                       photo: Emanuela Cau