Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Θα Γευτώ Ξανά Τον Ήλιο Και Την Άνοιξη

Στη Ζωή Αργύρη πριν, τώρα και πάντα

Μες στο δωμάτιο υπάρχει ένα παιδί που κλαίει 
κάπου το έχω ξαναδεί 
αλλά δεν έχω χρόνο να σκεφτώ

η θλίψη ξεδιπλώνει τα μαύρα της φτερά

ο φανοστάτης τρεμοσβήνει κάτω απ’ το μπαλκόνι μου 
σαν βλέμμα ατροφικό 
κάποιος περαστικός ψελλίζει ένα τραγούδι 
που ακούγαμε στην ταβέρνα του κυρ Τάκη στο Περτούλι.

Κανείς δε μένει πια εδώ. 
Ζω σ’ ένα τραίνο που δεν πάει πουθενά 
όχι και τόσο ποιητής 
για να κατέβω.

Σκέφτομαι τότε την κοπέλα 
που ζωγραφίζει σιωπηλά πάνω στους τοίχους 
την αγάπη, την ελπίδα, τη ζωή.

Πηγαίνω προς το μέρος του παιδιού και το αγκαλιάζω 
τώρα θυμάμαι. 
Μια μέρα θα ξυπνήσω και θα ‘μαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου!

                                          artwork: Philipp Igumnov

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Ατέρμων Βρόχος

Περτούλι

Το καλοκαίρι πνιγόταν σε μια γυάλα με φθαρμένες φιλοδοξίες. Πίσω από ραγισμένα παράθυρα ίσα που η νυχτερινή δροσιά μας άγγιζε. Έξω μόνο οι γρύλοι τραγουδούσαν. Κάποιοι ονειρεύονταν πως έσπασαν το χαλινάρι του προβλέψιμου. Εμείς, με μια μπαλάντα των Scorpions, χαθήκαμε σε δρόμους που απαρνήθηκαν το τέρμα τους.

Όταν ξέραμε να επιθυμούμε γινόμασταν πιο τολμηροί. Όταν ξέραμε να καρτερούμε πιο ανέμελοι. Κι ας επιταχυνόταν ο παλμός της καθημερινότητας. Κι ας είναι ριψοκίνδυνο να ‘μαστε σχοινοβάτες ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει. Εκείνο το βράδυ μόνο ο Ληθαίος ποταμός του έρωτα μπορούσε να μας ξεδιψάσει. Απλώθηκες πάνω μου σαν γιασεμί. Βυθίστηκα μέσα σου. Έκλεψες τ’ αγαπημένα μου τραγούδια και τα κρέμασες πάνω από το κρεβάτι. Σαν ουράνιο τόξο. Μεθυσμένο. Τα κύτταρά μας πάλλονταν και ουρλιάζανε. Εσύ γινόσουν φως. Εγώ αφανιζόμουν. Άφησα τα διάφανα συντρίμμια μου να πλεύσουν στη συμβολή των οργασμών. Ύστερα πετάχτηκε ξανά η φωνή μου από τα άδυτα της μήτρας σου. 

Τώρα με την ίδια μπαλάντα των Scorpions ψάχνω το καταφύγιο που χτίσαμε με τα κορμιά μας. Ενωμένα. Καθώς λιμοκτονώ στην ερημιά των άδειων σου βλεμμάτων.

Είχα πετάξει την καρδιά μου στο Θεσσαλικό Κάμπο. Ίσως αυτός θα είναι ο τρόπος να γυρίσω. Θα γραπωθώ απ’ τα σκέλια σου ξανά εκεί που αναφτεριάζει η σιωπή. Τότε μαζί θα γράψουμε στη χαίτη του βοριά ότι αυτό το καλοκαίρι δε θα γινότανε ποτέ δικό μας.

                                          photo: David Lynch

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Χορεύοντας Με Μια Σκιά

Οι αγγελικές ματιές των αστεριών στολίζανε το δάσος
τραγουδώντας προσκαλούσαμε τις νύμφες 
να πεταχτούν μέσα απ' τα έλατα 
η πανσέληνος δεν έβγαινε προτού κοιτάξει το είδωλό της στο ρυάκι 
και οι κραυγές των λύκων μου θυμίζανε 
πως πέρασα το χέρι μου στην πλάτη σου 
για χάρη μόνο μιας αναμνηστικής φωτογραφίας. 
Φορούσες μια λευκή μάλλινη μπλούζα 
φορούσα ένα πουκάμισο καρό 
με αμφιλεγόμενο ρητό έμοιαζε το χαμόγελό σου 
είπες πως δε σ’ αρέσανε ποτέ οι φωτογραφίες 
τότε σε πήρα από το χέρι 
και κατεβήκαμε μαζί τα σκαλοπάτια 
μου ζήτησες να γράψω ένα ποίημα για επίλογο 
οι φωνές μας αγκαλιάστηκαν δίπλα σε μία κρήνη σιωπηλή 
πριν μπω στον τελευταίο στίχο 
έκλεισα τα μάτια και σε φίλησα. 
Δίχως να το παραδεχτείς 
είχες σκοτώσει τους ενδοιασμούς 
που ροκανίζαν το ιπτάμενο χαλί σου. 
Είχες χυθεί επάνω μου σαν άνοιξη!

                                          photo: Jone Reed

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Χρόνια Αφορίας

Φεύγοντας έσβησε σαν θάνατος τ’ αστέρια 
κι αργά με σέρνει πίσω ο στερνός του τρόμος 
δεν ήταν έρωτος αδήριτου ο δρόμος 
να μου γεμίσει με γαρύφαλλα τα χέρια

η μουσική σαν ένας φίλος που ενώνει 
σκόρπιες ψυχές που στη σκιά της κοιμηθήκαν 
κι ανυπεράσπιστες στο πέλαγος χαθήκαν 
δίχως να δούνε το καράβι που ζυγώνει

με περιφρόνησε σαν λέξη αγοραία 
ποδοπατήθηκα στη μοίρα που διαβαίνει 
ποιά Πενθεσίλεια στα χέρια μου πεθαίνει 
που την αγάπησα στο τέλος της μοιραία;

Δεν βλέπω κάποια Γη Επαγγελίας μπρος μου 
να μου κοσμήσει την πνοή μ’ άρωμα νιότης 
έξω απ’ το χάρτη του μοναχικός και πότης 
φιλώ τη θύελλα που ξέσπασε εντός μου.

                                          artwork: Alex Cherry

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Η Αγάπη Θα Γυρίσει Να Μας Πάρει

Η πανσέληνος αγανάκτησε στη θέα των ανθρώπων κι έσβησε 
θολές επιθυμίες φτερουγίζανε πάνω απ’ το δρυοδάσος 
τα μάτια γέμισαν χρυσόσκονη 
εκείνη η νυχτωδία που μας πυρπόλησε τα σωθικά εκτροχιάστηκε 
τη βλέπω να σιγοκαίγεται έξω απ’ το μονοπάτι

άρρωστο φως τυλίγεται στο σώμα τ’ ουρανού 
δε θα μας σώσουν όνειρα από μετάξι 
ο λόγος γυμνάζεται σε παραμύθια αμφίρροπα 
κι εγώ που πάντα έψαχνα αν η ανθρωπιά έχει αργήσει 
μένω ακόμα έρμαιο σ’ αυτήν εδώ τη θάλασσα

ας ήτανε να τη διασχίσω ακόμα μια στερνή φορά 
αργόπλοα να πορευτώ 
από την πιο λιπόψυχη υπεκφυγή μέχρι το πιο απόκρημνο ρίσκο 
κι ύστερα να χαθώ 
να τρέξω ως εκεί που δε θ’ ακούγονται των περασμένων ημερών οι υλακές.                           
                                     
                                          photo: David Lynch

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Η Μεθυσμένη Πολιτεία

Αντί να ξεμπερδέψω πιο ανώδυνα 
άφησα έναν ασυγκράτητο πόθο να καλπάζει. 
Αποχαιρετισμοί και έρωτες 
χορεύουν σε μια πράξη σιωπηλή 
σήμα κινδύνου 
για έναν κόσμο που βουλιάζει το φωτεινό παράθυρό μου 
σαν τηλεόραση που την ξεχάσαν αναμμένη 
κι αναπαράγει ιστορίες ανθρώπων που αυτοκτόνησαν.

Κλάματα μαίνονται στις σκονισμένες λεωφόρους 
τρυπημένα χέρια ζητιανεύουν επίμονα το θάνατο 
τα κέντρα απεξάρτησης πεινάνε ακόμα 
η συνουσία για τις ιερόδουλες 
είναι ένα ατσάλινο σχοινί γύρω απ' το λαιμό 
καθώς παραπατούν στο σάπιο σκαμνί της επιβίωσης 
κι εγώ που διψούσα για φυγή χάρισα τα φτερά μου.

Ένα πρωί αυτοπυρπολήθηκα 
για να μπορώ με την καρδιά μου να γελώ 
ήπια γουλιά – γουλιά τις μέρες που με μίσησαν 
έγραψα στίχους πιο λευκούς κι από την ηρωίνη 
και συνεχίζω ν' απογυμνώνω την ψυχή μου στο χαρτί 
βγάζοντας απ’ τους πνεύμονες τον δηλητηριασμένο αέρα.

                                                       photo: Jakob Wagner

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Η Νύχτα Που Επέστρεψα Απ' Την Κόλαση

Ήταν η νύχτα που ένιωσα 
τις κόρες των ματιών μου να ασθμαίνουν 
μπήκα σε μια πάροδο βρώμικη και σκοτεινή 
από πιο κάτω άκουγα των μεθυσμένων τις βλαστήμιες 
το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα 
μα δε μ’ ενδιέφερε τίποτα απ’ όλα αυτά 
είχα πάρει τη μεγάλη απόφαση: 
θα έσκιζα την καρωτίδα μου μ’ ένα σπασμένο μπουκάλι 
υπήρχαν τόσοι αιχμάλωτοι στο σώμα μου 
κι έπρεπε κάπως να ελευθερωθούν 
το παγερό γυαλί πήγε ν’ αγγίξει το λαιμό μου 
τότε ένα βίαιο ποδοβολητό ξέσπασε απ’ το πουθενά 
κάποιος μ’ αγκάλιασε και πέσαμε μαζί στο δρόμο 
το μπουκάλι γλίστρησε απ’ το χέρι μου 
κι έτσι μου είναι αδύνατο να ζωγραφίσω ένα λιμάνι 
για το οποίο εισιτήριο δεν έκοψα ποτέ.

                                          photo: Nikos Mouras