Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Επικίνδυνες Λύσεις

Κάθε που τελειώνει ο Σεπτέμβρης αυτοεξορίζομαι σ’ εκείνο το αβέβαιο όνειρο που τρύπωσα κρυφά σ’ ένα απ’ τα δειλινά σου. Οι μέρες χαρίζουνε τις ώρες τους στις νύχτες. Μα εσύ μου λες πως περιμένεις την Πρωτομαγιά. Τα νύχια σου αναστατώνουν το αξύριστό μου πρόσωπο. Ρίχνεις τα πιόνια απ’ τη σκακιέρα της ζωής μου. Η λησμονιά φυλλορροεί στο άκουσμα των στεναγμών μας. Και τα πυρακτωμένα αγγίγματα γίνονται η πιο γλυκιά πατρίδα. Μας παίρνει ο ύπνος αγκαλιά. Ονειρευόμαστε ότι πετάμε πάνω απ’ τη φωτισμένη πόλη. Αφήνεις το χέρι μου πριν μάθουμε τι να ‘ναι αυτό που μας ποτίζει τα φτερά. Απομακρύνεσαι. Γίνεσαι ένα με το αβέβαιο όνειρό μου. Γεννήθηκες για να ‘σαι ανυπέρβλητη. Σαν την ανατολή που όλο μας αφήνει. Σαν ένα άρωμα από στίχους που μου καίνε το χαρτί. Τα πιόνια προχωρούν ξανά προς τη σκακιέρα. Το ενάλιο βήμα τους τρομάζει ό,τι απέμεινε από το σκηνικό του κόσμου.    

                                                    photo: Jerry Uelsmann

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Ο Χρόνος Εκτός

Ταξιάρχης

Αλλοπαρμένα ξωτικά χορεύανε στις παρυφές της νύχτας. Εγώ και οι άλλοι που δεν ήμουν παίζαμε σκοτεινό δωμάτιο. Ηλεκτροφόρες αγκαλιές με κλείνανε από παντού. Κρύφτηκα κυνηγώντας το σφυγμό πάνω σε φλέβες αδειανές. Ο χρόνος εκτός σε λίγο θα γινόταν μέλλον. Η ταβέρνα έπλεε πάνω απ’ το δάσος. Ακυβέρνητη. Έσφιξα χέρια αγνώστων και πόνταρα ό,τι κέρδισα ξανά στη φαντασία. Έβγαλα τη γλώσσα μου σ’ αυτούς που δεν κοιτάνε πίσω. Νανούρισα μεγάλους έρωτες. Υμνώντας με ξεκούρδιστη φωνή τα περασμένα. Θυμάσαι τις γυναίκες που αγαπήσαμε; Τώρα θα γίνουν οι νεράιδες στα παραμύθια κάποιων άλλων. Από ένα τραύμα στο ρημαγμένο πρόσωπό μας θα καταρρέει πάντα η απόπνοια των φιλιών…

                                          photo: David Molina Gadea

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Τα Πιο Όμορφα Λόγια

Ήταν το βράδυ που η βροχή ζωγράφιζε τα χείλη σου στο τζάμι. Στην οδό Γούναρη είχαν απομείνει κάτι ναρκομανείς. Ανήμποροι να διαφυλάξουνε την αποσύνθεσή τους. Η Εύη τραγουδούσε γι’ αυτούς που τους κομμάτιασε η αγάπη. Εγώ παρηγορούσα τα ερείπια πίνοντας το αγαπημένο μου ουίσκι. Η πόρτα του μπαρ ήταν ανοιχτή. Ο δρόμος έμοιαζε με πεινασμένο ζώο. Είχα μάθει από τις ανοιχτές πόρτες να προσημαίνω την εγκατάλειψη. Έτσι χανόμουν μια ζωή. Αφού δεν είχα τίποτα δικό μου. Ένα απολιθωμένο τριαντάφυλλο ο έρωτας που το φοράω στο λαιμό και με βαραίνει. Πώς να σου έλεγα λοιπόν τα πιο όμορφα λόγια; Έπρεπε πρώτα να πεθάνει η πυρκαγιά κάτω απ’ το δέρμα μου. Μόλις τελείωσα το ουίσκι η βροχή σταμάτησε. Το βινύλιο έσταζε στο πάτωμα. Σαν ήλιος που αρρώστησε και σβήνει. Δεν έμαθα ποτέ τι θα γίνει «if I close my eyes forever». Δεν έκλαψα. Για να μη χαλάσει το τοπίο. Άναψα το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου, ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο και κοίταξα το τζάμι. Τα χείλη σου είχαν χαθεί.    

                                          photo: Julia Nikonova

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Επιστροφή Στο Σανατόριο

Εκβάλω στις πρώτες πρωινές μου ώρες. Όπως χιόνι είμαι που θα λιώσει πάνω σε ιδρωμένα ίχνη. Ο μουσικός στη διπλανή αυλή παίζει κιθάρα. Τα χείλη μου ματώνουνε απ’ τα φιλιά που έθαψα στις όχθες του Ληθαίου. Εσύ, όχι θνητή. Απλώνεις λόγο στο υπερώο της πιο αμείλικτης βροχής. Ξεσπώντας στη σπονδυλική μου στήλη όλο το βάρος του υπαρκτού. Ανάμεσά μας βρυχάται μια κουρασμένη άνοιξη. Σε κάνει κύμα παλιρροϊκό. Σβήνεις από το πάτωμα τα ιδρωμένα ίχνη. Επιβάλλεις στο ρολόι μου την ώρα που τέλειωσε η καινούρια ταινία του Haneke. Βυζαίνεις λαίμαργα το σώμα μου παίρνοντας ό,τι κρέμασε επάνω του ο κόσμος. Με ελευθερώνεις σαν τρεμάμενη εκσπερμάτωση. Και γίνομαι γενναίος στη σπατάλη. Αν σηκώσεις το σεντόνι μου θα βρεις μόνο τη φωνή του Michael Stipe στο «Boy In The Well». Οι R.E.M. έχουν πια διαλυθεί. Όπως εκείνο το πικάπ που έπαιρνε μπρος καθώς κατάπινα τα μαργαριτάρια που βγαίναν από το φουστάνι σου.

                                          photo: Jone Reed

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Παράσταση Για Έναν Ρόλο

Θα ‘θελα απόψε να ανοίξω το μεγάλο πιάνο στο σαλόνι. Και να χαθούν τα δάχτυλα σε μια σονάτα ξεχασμένη. Κάποιοι θα πουν πως ενοχλώ τις μούσες χωρίς λόγο. Ο αποσπερίτης πέθανε στο κατώφλι του παραμυθιού. Στην παραλία της Καλαμαριάς μόνο οι γλάροι ερωτοτροπούνε. Ξεβάφω. Μα δεν πετώ τα μάτια μου στις σκάλες. Ξεβάφεις. Κολυμπώντας πάνω από τη θάλασσα. Όπως κάθε ασυγκράτητος πόθος. Τέτοιες μέρες στο Λονδίνο νυχτώνει πιο νωρίς απ’ ό,τι στο Παρίσι. Πέρασα κάτω απ’ την αψίδα του Wellington σαν κουρασμένο φάντασμα. Η τρίαινα του Ποσειδώνα ήταν κρυμμένη στα μαλλιά μου. Την έκλεψα για να ταράξω τα νερά των ταξιδιών που αναβλήθηκαν. Το μουσικό κουτί που έχω στο γραφείο ξυπνάει από μόνο του. Σκορπά στο χώρο μια μελωδία μελαγχολική. Θα το πετάξω στο πάτωμα με βία. Πάνω απ’ το πιάνο μου θα ξενυχτήσω. Σαν ψυχωμένος ταξιδιώτης. Παίζοντας ό,τι θέλω εγώ. Κι ας «έγινε η απώλεια συνήθειά μας». Κι ας ήταν πάντα «ο έρωτας μια άρρωστη κραυγή». Εσύ μπορείς να έρθεις να με βρεις. Στα καλοκαίρια που γραφτήκαν με την καύτρα του τσιγάρου μου.  

                                          photo: Dmitry Rogozhkin

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Χορεύοντας Με Μια Σκιά

Οι αγγελικές ματιές των αστεριών στολίζανε το δάσος. Τραγουδώντας προσκαλούσαμε τις νύμφες να πεταχτούν μέσα απ’ τα έλατα. Η πανσέληνος δεν έβγαινε προτού κοιτάξει το είδωλό της στο ρυάκι. Και οι κραυγές των λύκων μου θυμίζανε πως πέρασα το χέρι μου στην πλάτη σου για χάρη μόνο μιας αναμνηστικής φωτογραφίας. Φορούσες μια λευκή μάλλινη μπλούζα. Φορούσα ένα πουκάμισο καρό. Με αμφιλεγόμενο ρητό έμοιαζε το χαμόγελό σου. Μάλλον δε σου αρέσανε ποτέ οι φωτογραφίες. Μου ζήτησες να πω ακόμα ένα τραγούδι. Τότε σε πήρα από το χέρι. Φύγαμε μακριά απ’ τους συνδαιτυμόνες. Καθίσαμε στην κρήνη του χωριού. Έτρεξες μέσα μου. Σαν καλοκαιρινή βροχή. Τα χείλη μου στα μαλλιά σου. Τα μαλλιά σου στα χείλη μου. Και η φωνή του Μάλαμα να μου σφυροκοπεί τα σπλάχνα. Όσα τουλάχιστον μου είχαν απομείνει. Καθώς κατέρρεα στη βιαστική σου αγκαλιά. Ήσουν «γυναίκα κουρασμένη απ’ το δρόμο». Κι εγώ το ήξερα καλά πως «όσοι αγάπησαν δεν είναι τόσο αθώοι». Θα μείνω δίπλα σου όσο αντέχω τα τραγούδια. Που κανείς δε θα ‘γραφε για μας. 

                                          photo: Julia Nikonova
    

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Μία Γυναίκα Στην Πλώρη Της Ανατολής

Ήμασταν συνεπιβάτες. Όμως κανείς δεν είχε αντιληφθεί την απουσία μου. Σε λίγο θα ξημέρωνε κι έκρυβα κάτω απ’ το στρώμα παλιές φωτογραφίες. Ήθελα να κοιμούνται οι περασμένες μου συνήθειες. Άφησα μόνο μια πληγή ορθάνοιχτη. Για να διακρίνω τα σημεία που παραπάτησα. Δεν ένιωθα τα βήματα που βιαστικά με προσπερνούσαν. Και ακολουθώντας τις φωνές των συναδέλφων έφτασα σε πόλεις φεγγαρολουσμένες.

Μία γυναίκα στεκόταν μόνη στην πλώρη της ανατολής. Το βλέμμα της λάβωνε θανάσιμα όποια υπεκφυγή περνούσε. Η θάλασσα ερχόταν και της έβρεχε τα πόδια. Ζωγράφιζε πάνω στην άμμο σκόρπια γράμματα. Απ’ τη ζωή εκείνου που δεν ήμουν. Σήκωσα ένα κοχύλι και το έβαλα στ’ αυτί. Αμέσως μου ήρθε στο μυαλό ο ήχος των χελιδονιών. Καθώς πετούν προς τον Βορρά. Τότε η θάλασσα ενώθηκε με την άλλη θάλασσα. Που αγρίευε ανάμεσα στους μηρούς της γυναίκας. Η αρμύρα ψαλίδισε το σώμα μου. Το σκόρπισε. Σαν κομμάτια ψηφιδωτού. Μέσα στις δύο θάλασσες.

Η μέρα φόρεσε τη σάρκα της γυναίκας. Έγινα λαθρεπιβάτης στο λευκό της άλογο. Και τ’ όνομά μου ήταν Χίθκλιφ1.

1: χαρακτήρας από το μυθιστόρημα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Έμιλι Μπροντέ. 

                                                  photo: Julia Nikonova