Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Δάκρυα Από Ένα Σ' Αγαπώ

Εκείνο το βράδυ δεν κατέβηκα από το αστικό στη στάση μου. Έμεινα λίγο ακόμα εκεί. Μαζί της. Μέχρι η αγάπη να μεθυλιώσει όλα μου τα γονίδια. «Ο έρωτας σε κάνει ταπεινό, υπομονετικό, αδιάφορο, να συνηχείς με τα παιδιά, με όλα και με τίποτα» συμπλήρωνε επάνω μου η Ζατέλη. Αλλά εμένα πάντα μου άρεσε να κάνω λόγο για αγάπη. Τον έρωτα τον έβρισκα ευάλωτο. Σαν έννοια που υπέκυψε στις τύψεις των ανθρώπων και η σημασία της δεχόταν αμφισβήτηση.
Τέσσερις στάσεις πιο μετά πήρα το δρόμο προς τα πίσω. Ο απαλός αέρας που φυσούσε χανότανε σαν πληγωμένο φως κάτω από τα μαλλιά μου. Μπορώ να πω πως ενδυνάμωνε μια όμορφη ανάμνηση:
δυο αγκαλιασμένοι άνθρωποι, εν μέρει κρυφά, εν μέρει φανερά, χαθήκανε μέσα στο μούχρωμα μιας Τρίτης του Οκτώβρη. Ήταν ένα διήμερο που άλλοι θα το λέγανε επαγγελματικό.
Από τότε είχε περάσει
μία φωτογραφία στους καταρράκτες της Έδεσσας, μια εκδρομή στα Παραδουνάβια χωριά της Ουγγαρίας, ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο Το Πάθος Χιλιάδες Φορές, ένα κείμενο χωρισμένο σε δύο φιλιά, ένα γράμμα από Τρίκαλα που μου θυμίζει πως τα πάντα είναι Μάρτιος, μια απολύμανση φύλλων λεύκης στο εργαστήριο Δασικής Γενετικής, τρία τσιγάρα Marlboro Gold, ένα ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη μελοποιημένο από τον Θάνο Ανεστόπουλο, ένα άυλο δώρο γενεθλίων, μία επιστημονική βράβευση, πέντε κόκκινα τριαντάφυλλα, ένα σπαρακτικό τραγούδι του Γιάννη Μήτση, το ανυπέρβλητο ψευδώνυμο ο άνθρωπος που όταν γελούσε ήταν άσχημος
κι εγώ που νοσταλγώ εκείνο το διήμερο που άλλοι θα το λέγανε επαγγελματικό
βλέπω πως όσο νοσταλγώ απομακρύνομαι.
Δάκρυα από ένα σ’ αγαπώ ορμάνε πάνω μου σαν καρχαρίας χωρίς δόντια.
Τα μάτια μου γεμίζουν ανεξέλεγκτα.
Η αγάπη γυρίζει και με παίρνει.

                                          photo: Zoe Argiri

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Διάλογος

Τη νύχτα που με φίλησες
μου είπαν όλοι πως με είδαν να διαμελίζομαι στην «Άνοιξη» του Vivaldi
να τρέχω εκστατικά στο «City of Blinding Lights» των U2
να περπατώ ξυπόλητος πάνω στην ψυχωτική απόληξη της «Γοργόνας» του Yanni
να χάνω περιεχόμενο σαν βράχος που τον δάγκωσε η θάλασσα
σε έρημη ακτή της Σαντορίνης
μου είπαν όλοι πως με είδαν πρωταγωνιστή σε έναν πίνακα του Magritte
σε μια συναυλία του Μάλαμα κομμάτια από τη μουσική και το ποτό και το τσιγάρο

«Δωσ’ μου τα χείλη σου να πιω το χρόνο να λαβώσω»

Έλα και φίλησέ με ακόμα μια φορά
«έλα στ’ όνειρό μου και περπάτησε»
κάνε με να σκοντάψω στο soundtrack της αγαπημένης μου ταινίας
-τότε που ο χρόνος ήταν άοπλος-
πιάσε το χέρι μου στα στενά του Ναυπλίου τον Ιούλιο
θα είναι νύχτα και η όρεξη των τουριστών για βόλτες
θα έχει κοιμηθεί βαθιά
τα φώτα θα ξυπνάνε ένα παλιό παραμύθι
που εκκρεμεί το ευτυχισμένο τέλος του
άσε με να εισβάλω σε μια απ’ τις χορογραφίες σου
και ξέσπασε μπροστά μου όλα τα χρώματα της Αλμωπίας το φθινόπωρο
Άστα αδέσποτα να αποσοβήσουνε τριβές ώσπου στο τέλος να με φαν
όπως θα χάνεις χείλη στο λαιμό μου
με νόημα εκδρομής στα Παραδουνάβια χωριά της Ουγγαρίας.

                                                 photo: Jerry Uelsmann

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Λονδίνο

Μια μέρα θα ξαναβρεθώ σ' αυτή την πόλη 
θα έχω ντύσει τα φιλιά με παγερή αναλγησία 
δεν θα χορεύεις στη γραφή μου 
σαν μια αμαδρυάδα που ξεστράτισε 
ούτε θα εξαντλώ τον οίστρο μου 
σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Μια μέρα θα ξαναβρεθώ σ' αυτή την πόλη 
θα είμαι ένα σκιάχτρο που το κάψανε 
η φήμη μου θα μαστιγώνει ό,τι δικό σου κράτησα 
σαν σκουριασμένη αλυσίδα 
το φεγγαράκι πελιδνό θα μου κρατάει συντροφιά 
καθώς μες στο ποτήρι θα στερεύει το κρασί.

Μια μέρα θα ξαναβρεθώ σ' αυτή την πόλη 
και ο καιρός θα 'ναι μονίμως βροχερός 
μόνιμα να ξεπλένει από πάνω μου 
το σάλιο των επιλογών που μας ερείπωσαν.

                                          photo: Christos Kartas
                                                                                                                                                                                                                   

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Η Αγάπη Θα Γυρίσει Να Μας Πάρει

Φιλί 1ο

Εν μέρει κρυφά, εν μέρει φανερά, τέσσερα μάτια είχαν μεθύσει απ’ το ταξίδι, έτσι όπως ήταν βυθισμένα στο παράθυρο του λεωφορείου. Όσοι είχαν μείνει πίσω καταδικάστηκαν από του θέλω τη δικαιοσύνη. Στις όχθες του αυτοκινητόδρομου παντού υπήρχαν λεύκες. Ο ήλιος διαλυόταν πάνω τους και έκανε τα φύλλα τους να μοιάζουν με ψηφιδωτό που αιμορραγεί από υπέρμετρη αυταπάρνηση. Ο άνθρωπος που όταν γελούσε ήταν άσχημος κρατούσε στις παλάμες του δυο γυναικεία χέρια. Τα έπιανε προσεκτικά, σαν ανθοδέσμη που θα του έσκαβε τις γυαλισμένες επιφάνειες. Των ασπασμών οι υλακές ξεφεύγαν πανηγυρικά απ’ ό,τι είχαν επιβάλλει για περίγραμμα.

Φιλί 2ο

Και τότε επανήλθε μέσα στον ήχο σπαραξικάρδιας προσμονής. Ήτανε σαν ελάφι που έτρεχε. Και με ακανόνιστο εγώ πότιζε γόητρο τον κόσμο. Ο άνθρωπος που όταν γελούσε ήταν άσχημος ένιωσε μια πρωτόγνωρη συγκίνηση. Έτσι όπως ήτανε τα γυναικεία χέρια σκεπασμένα απ’ τις παλάμες του, κατάλαβε πως ήτανε αιχμάλωτος σ’ αυτή την θελξικάρδια αγκαλιά πολύ προτού γευτεί την άνθησή της. Κι ήθελε να σκοτώσει κάθε δάκρυ που είχε πέσει από τα μάτια της. Αρχίσαν τότε να διπλώνονται σε στάση εμβρυακή. Το σώμα του. Το σώμα της. Το λεωφορείο. Το ταξίδι. Και οι λεύκες. Έγιναν όλα θάλασσα που την αυλάκωναν τα κύματα. Όπως τα τύλιγε το εξώφυλλο της γης. Σε μία στίλβη χαοτική από (αν)άπειρα χρονόμετρα.

                                          photo: Zoe Argiri

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Βλέμμα Με Σημασία Άνοιξης

Στη Ζωή Αργύρη πριν, τώρα και πάντα

Διέρρηξαν τη γλώσσα μου και δεν μπορώ να πω. Το περιεχόμενο κυλάει στις στροφές. Εκεί που αναπαράγεται η μεθυσμένη πολιτεία. Κάτω απ’ το γραφείο κοιμούνται οι σημασίες. Και φαίνεται πως πάλι είμαι ο μόνος. Με μια σχεδόν ανάμνηση στην πλάτη. Λίγο πιο κάτω μια γυναίκα ζωγραφίζει σιωπηλά πάνω στους τοίχους. Την αγάπη. Την ελπίδα. Τη ζωή. Βλέπω τα χέρια της να στασιάζουν. Σε αυτό που επιμένει να χωρίσει τα χέρια των ανθρώπων απ’ τα ινία της περιέργειας. Πίσω της κρύβεται η σχεδόν ανάμνησή μου. Σαν ελάφι. Που κάτι ανάμεσα σε πάγο και καπνό βγαίνει από τα μάτια του. Η γυναίκα που ζωγραφίζει σιωπηλά πάνω στους τοίχους. Την αγάπη. Την Ελπίδα. Τη ζωή. Είναι περιστοιχισμένη από παιδιά. Ένα παιδί απλώνει το χεράκι του και την αγγίζει. Την ακούω να λέει πως «ό,τι αξίζει στον άνθρωπο είναι να έχει να πει μια ιστορία συνταρακτική1». Ένα υπόλοιπο από τώρα σφραγίζει τις πληγές του μισοδαγκωμένου πριν. Οι σημασίες κάτω από το γραφείο έχουνε πια ξυπνήσει. Ο ήλιος μπαίνει στα δωμάτια των παιδιών. Βλέμμα με σημασία άνοιξης. Υπάρχει ένα κρυμμένο δώρο. Που αν το βρουν θα ’χουν στη διάθεσή τους ένα πλοίο με ολόλευκα πανιά. Τα μέλη τους κλυδωνίζονται απ’ την ανατολή μιας αγκαλιάς. Κρατούν μια κόκκινη τουλίπα. Και ξύπνια ονειρεύονται.
            
1: Γιώργος Χειμωνάς, Ο Γιατρός Ινεότης, εκδόσεις Κέδρος 1977

                                                              photo: Christos Kartas

Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Και Η Θάλασσα Από Παντού Μας Αγκαλιάζει

Ημέρα 1η

Εκείνη τη στιγμή η θάλασσα έγινε καταδίκη. Έσπασε μ’ έναν θόρυβο φριχτό σε ασαφείς χρονολογίες. Από μέσα της αναδύονταν οι παρυφές της νύχτας. Ήτανε σαν αλλοπαρμένα ξωτικά και τραγουδούσαν για το λίγο των ανθρώπων. Οι άνθρωποι συνεχώς λιγόστευαν. Όπως η διάμετρος της κόρης των ματιών καθώς εκτίθεται σε φως. Εγώ και οι άλλοι που δεν ήμουν παίζαμε σκοτεινό δωμάτιο. Ηλεκτροφόρες αγκαλιές με κλείνανε από παντού. Όταν ο χρόνος εκτός μετεμψυχώθηκε σε μέλλον. Κρύφτηκα κυνηγώντας το σφυγμό πάνω σε φλέβες αδειανές.

Ημέρα 2η

Μια μπαλαρίνα χόρευε πάνω από τα κύματα. Με μάτια ακυβέρνητα. Και πέλματα από νερό. Από τα χείλη της έσταζε καμένο γάλα. Στο υπογάστριο, πιο άρρωστη από ποτέ, είχε ξυπνήσει η κόκκινη πεταλούδα. Σήμα κινδύνου για τον κόσμο που βουλιάζει. Η μπαλαρίνα είχε δύο ονόματα. Ένα για τη θάλασσα. Και ένα για τον κόσμο που βουλιάζει. Τα ονόματα εναλλάσσονταν διαρκώς στη χάση και στη φέξη του γιατί. Το άνοιγμα των φτερών της πεταλούδας συνέθλιψε το χρώμα των ανθρώπων. Που συνεχώς λιγόστευαν. Και έγιναν σκιές. Που η μέρα εξουθενώνει.

Ημέρα 3η

Στον έξω τοίχο της ζωής. Κρέμασα τα εξώφυλλα από τα παιδικά μου παραμύθια. Έγινε η ζωή ερωδιός. Και πέταξε πάνω από σκουριασμένες νεκροψίες.

Ημέρα 4η

Αυτοεξορίστηκα εκεί που τα υγρά αγγίγματα ήταν η πιο γλυκιά πατρίδα. Ναυάγιο υπερφυσικό. Στα εντόσθια της πεταλούδας. Η μπαλαρίνα χυνόταν πάνω στους ανθρώπους. Που δεν μπορούσαν πια να λιγοστέψουν περισσότερο. Τους έπλενε καταρράκτης αδιανόητος γαλήνης και μαζί οργής. Σήκωσα μία μία τις αιτίες τους. Και τις έκρυψα στα χέρια της. Εκείνη άρχισε με ξεκούρδιστη φωνή να ψιθυρίζει ένα τραγούδι. Σαν χορικό από αρχαία τραγωδία.

Ημέρα 5η

Ο κόσμος τρέμει μες στη μήτρα της. Σαν κουρασμένο παραμύθι. Και την αποκαλεί «αγάπη μου» τώρα που η θάλασσα από παντού μας αγκαλιάζει.

                                          photo: Zoe Argiri
           

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Αυγουστιάτικη Μελαγχολία

Τα χελιδόνια φεύγουνε για το μεγάλο τους ταξίδι. Οδυνηρά ανελέητη μια δίψα. Με κάνει να ξερνάω στάχτη. Η λάμπα του γραφείου ζωγραφίζει στο γυμνό, άσχημο σώμα μου τις στάσεις που απομένουν μέχρι την ηλικία της φθοράς. Χτυπιέται για να βάλει φρένο στο κενό. Μα η αγρύπνια είναι απαρηγόρητη. Ποιός είπε ότι γράφω ποίηση; Εγώ απλά συνομιλώ με μουσικούς που τους μαχαίρωσε ο λόγος. Ξόδεψα την εφηβεία μου μέσα στο δρόμο που ζωγράφιζε το σεληνόφως στο νερό. Και δεν μπορώ να πάω μακριά. Η αγκαλιά μου είναι παρελθόν. Το παρελθόν ακίνητο. Σαν την πλατεία Ιπποδρομίου το τελευταίο χάραμα του Αυγούστου. Μια πεταμένη κιθάρα μετρά ερωτευμένα βήματα. Η γυναίκα που στεκόταν στην πλώρη της ανατολής. Την παίρνει και ξηλώνει τις χορδές. Οι χορδές γίνονται θηλυκές. Τυλίγονται αργά γύρω απ’ το σώμα της. Σαν αποτρόπαια χέλια. Τώρα το στόμα μου θυμίζει λυπημένο ερωδιό. «Των θεατρίνων τα άδεια κονσερβοκούτια1» έχουνε πάλι καταπιεί ό,τι απέμεινε στα ράφια μου.   

1: η φράση σε εισαγωγικά είναι της Ζωής Αργύρη

                                                         photo: Zoe Argiri